Μαίρη Μαγουλά:Έχω την αίσθηση πως όσο κι αν προσπαθήσω δεν θα κατορθώσω με λίγες λέξεις να βρω όλα εκείνα που κάνουν αυτήν την πόλη μαγική.

Σήμερα έχω την τιμή να μας μιλά για το νέο της βιβλίο, “Όταν πάγωσε ο Βόσπορος” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο η κυρία Μαίρη Μαγουλά. Μας μιλά για την αγάπη της για την Κωνσταντινούπολη, για το ερέθισμα που γέννησε το βιβλίο της και για τον αγαπημένο της ήρωα…

  • Αρχικά θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την παρουσία σας στο bookstories,gr.  Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τον εαυτό σας… Για να σας γνωρίσει το κοινό όπως εσείς επιθυμείτε και όχι μέσα από ένα απλό βιογραφικό;

Γεννήθηκα στην Κωνσταντινούπολη και μεγάλωσα στην Αθήνα. Σπούδασα οικονομικά και εργάστηκα για πολλά χρόνια στο Δημόσιο. Έχω έναν γιο και τρία εγγόνια. Η επαφή μου με τη λογοτεχνία ήρθε πολύ νωρίς, απ’ τα πρώτα χρόνια του σχολείου, και τα διαβάσματά μου ξεκίνησαν απ’ τα Κλασικά εικονογραφημένα! Η συγγραφή πέρασε απρόσμενα στη ζωή μου, για να ισορροπήσει όλα όσα κάποια στιγμή διαταράχτηκαν βίαια μέσα από τις περιπέτειες της υγείας μου και την εμμονική αναζήτηση της σχέσης ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή. Δεν γνωρίζω αν έφτασα σε αποτέλεσμα, η όλη όμως διαδικασία αποτέλεσε για μένα ασφαλές καταφύγιο. Σήμερα, προσπαθώ να χαίρομαι με όσα έχω και να μη μελαγχολώ για όσα  επιθυμώ και δεν φαίνεται εφικτό να αποκτήσω.

 

  • Το νέο σας βιβλίο «Όταν πάγωσε ο Βόσπορος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο για αυτό; Ποιο ήταν το αρχικό σας ερέθισμα για να ξεκινήσετε αυτή σας την ιστορία;

Στα τέλη του 2019, δέκα ακριβώς χρόνια μετά το ξεκίνημα της συγγραφής του πρώτου μου μυθιστορήματος με τίτλο «Κύματα του Βοσπόρου», μια αίσθηση νοσταλγίας με έκανε να ξεφυλλίσω το πρώτο μου βιβλίο. Η ματιά μου ήρθε και στάθηκε εκεί, στο 1929 και στην αναφορά μου στον Παγωμένο Βόσπορο. Αυτόματα έγινε και η σύνδεση με το ίδιο σπάνιο φυσικό φαινόμενο που είχε παρουσιαστεί στις ακτές του και το 1954, με εικόνες που πολλές φορές είχα ακούσει τους γονείς μου να περιγράφουν. Έτσι θεώρησα πολύ ενδιαφέρον να γράψω και να ενώσω λογοτεχνικά αυτές τις δύο χρονιές αναπλάθοντας μια ολόκληρη εποχή βασισμένη στο ιστορικό και κοινωνικό υπόβαθρο του τότε.

 

  • Το βιβλίο σας είναι πραγματικά ένα πολυπρόσωπο έργο που όμως θεωρώ ότι ο κάθε χαρακτήρας έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ιστορία. Σας δυσκόλεψε να πλάσετε πολλούς καλά δομημένους και άρτιους χαρακτήρες;

Η Πόλη από μόνη της, ως τόπος πολυεθνικός και πολυφυλετικός, γίνεται περισσότερο αντιληπτή μέσα από το ξεδίπλωμα της ανθρώπινης παρουσίας και δραστηριότητας σ’ αυτήν. Αυτή η διαπίστωση ήταν που με οδήγησε να χρησιμοποιήσω πολλούς και διαφορετικούς χαρακτήρες, χωρίς αυτό να με δυσκολέψει καθόλου. Μέσα στο πολύχρωμο μωσαϊκό που σχηματίζει η ανθρωπογεωγραφία της, μπορεί κανείς να συναντήσει πλούσιους και φτωχούς, μορφωμένους αλλά και άλλους ανθρώπους του μόχθου που δεν είχαν την ευκαιρία να πάνε σχολείο. Όπως επίσης Ρωμιούς, Αρμένιους, Εβραίους, Τούρκους, Λεβαντίνους, αλλά και ταξιδιώτες που περιδιαβαίνουν στα σοκάκια της θαυμάζοντας την απαράμιλλη ομορφιά της. Το ισχυρό δέσιμο της Κωνσταντινούπολης με τους διαφορετικούς κατοίκους της καθώς και τον ρόλο που έπαιξε στο χτίσιμο της προσωπικότητάς τους προσπάθησα να καταγράψω μέσα από την ιστορία των πολλών ηρώων. Ο καθένας απ’ αυτούς έχει κάτι να μεταφέρει, κάτι να αναδείξει μέσα από την εξέλιξη της μυθιστοριογραφίας μου. 

 

  • Και αυτό το βιβλίο σας εξελίσσεται στα στενά του Βοσπόρου. Μιλήστε μας λίγο για την αγάπη σας για την Κωνσταντινούπολη. Ποια νομίζετε ότι είναι αυτά τα στοιχεία που κάνουν αυτή την πόλη μαγική;

Στην Κωνσταντινούπολη γεννήθηκα. Είναι ο τόπος από τον οποίο εκδιώχθηκε βίαια η οικογένειά μου με τις απελάσεις του 1964. Ήμουν πολύ μικρή για να βιώσω τα συναισθήματα των γονιών και των παππούδων μου, ωστόσο μεγάλωσα μέσα στις μνήμες τους, έφτιαξα εικόνες για τα πρόσωπα και τις ζωές των ανθρώπων εκεί. Μεγάλωσα στην Αθήνα και άργησα να αντιληφθώ τι ρόλο έπαιξε στη διαμόρφωση της δικής μου ταυτότητας η γενέτειρά μου. Αυτό έγινε όταν άρχισα να γράφω τα «Κύματα του Βοσπόρου», το πρώτο μου μυθιστόρημα. Τα συχνά ταξίδια μου εκεί για την έρευνα στα αρχεία της ελληνόφωνης εφημερίδας «Απογευματινή» της Πόλης και οι ατέλειωτες περιπλανήσεις στα σοκάκια και τις γειτονιές ξύπνησαν μέσα μου πρωτόγνωρα συναισθήματα και από τότε κάθε φορά που την επισκέπτομαι έχω την αίσθηση επιστροφής στο σπίτι και στις ρίζες μου. Σήμερα μπορώ να πω πως αποτελεί για μένα και μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης μια και τη μετουσιώνω σε λογοτεχνικό τόπο. Έχω την αίσθηση πως όσο κι αν προσπαθήσω δεν θα κατορθώσω με λίγες λέξεις να βρω όλα εκείνα που κάνουν αυτή την πόλη μαγική.

 

  • Στο βιβλίο σας ο κύριος κορμός της ιστορίας σας βασίζεται στην εγκατάλειψη δύο παιδιών από τις οικογένειές τους. Ποιος πιστεύετε πρέπει να ονομάζεται γονιός; Αυτός που γεννάει ένα παιδί και δεν μπορεί να το μεγαλώσει και το εγκαταλείπει ή αυτός που το παίρνει και με στερήσεις και πολλή αγάπη  το μεγαλώνει;                                                                              

Πολλές φορές αναρωτήθηκα πώς γίνεται μια γυναίκα να αντέχει να αποχωριστεί ένα μικρό πλασματάκι που φέρνει στον κόσμο ύστερα από  εννέα μήνες  που το κουβαλάει μέσα της, που το αισθάνεται, που το θηλάζει.  Δεν θέλω όμως να είμαι απόλυτη και να κρίνω από απόσταση. Πίσω από αυτές τις αποφάσεις κρύβονται και δράματα και εξαρτήσεις, ακόμα και ανωριμότητα. Κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και θεωρώ πως δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με γενικεύσεις. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθώ σαν μητέρα να μην μπορώ να το κατανοήσω. Συμπέρασμα. Η μάνα που γεννάει δεν είναι απαραίτητα και καλή μάνα. Κάθε παιδί έχει δικαίωμα και ανάγκη για αγάπη και τρέφω απέραντο σεβασμό σε αυτούς που προσφέρουν άδολα γαλήνη και ασφάλεια σε παιδικές ψυχές ακόμα κι αν δεν είναι οι βιολογικοί τους γονείς.    

 

  • Έχετε ξεχωρίσει κάποιον από τους ήρωές σας; Κάποιον που να έχετε έστω και λίγο παραπάνω αδυναμία;

Όλους τους αγαπώ, όλοι μου κράτησαν συντροφιά την περίοδο της συγγραφής του βιβλίου μου, όλοι έχουν κάτι από εμένα. Ωστόσο ο Ευάγγελος που με ακολουθεί από τα «Κύματα του Βοσπόρου» και εμβόλιμα εμφανίζεται και στο «Όταν πάγωσε ο Βόσπορος» είναι και θα παραμείνει η μεγάλη μου αδυναμία.

 

  • Αν θα σας ζητούσαν να περιγράψετε το «Όταν πάγωσε ο Βόσπορος» με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν αυτές;

Νοσταλγία, μελαγχολία, ομορφιά!

 

  • Τι θα θέλετε ο αναγνώστης να θυμάται για σας και για τα βιβλία σας, αφού τα διαβάσει;

Θα επιθυμούσα πέρα από τις ιστορίες που διαδραματίζονται στα βιβλία μου να έχει εισπράξει και κρατήσει κάτι κι από εμένα.

 

  • Πόσο εύκολη ή δύσκολη είναι η περίοδος μετά το τέλος της συγγραφής; Αποφορτίζεστε εύκολα ή οι ήρωές σας, σας «παιδεύουν» ακόμα μετά;

Η αλήθεια είναι πως αν και εξακολουθούν να υπάρχουν κάπου βαθιά μέσα μου, κατά έναν περίεργο τρόπο, έτσι ακριβώς, όπως απροειδοποίητα μπαίνουν στη ζωή μου, έτσι ακριβώς και βγαίνουν. Αποφορτίζομαι και δεν «παιδεύομαι» πλέον μαζί τους.

 

  • Κλείνοντας, να σας ευχαριστήσω ακόμα μια φορά για τη συνέντευξη και να σας ρωτήσω αν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο θέμα, μια ιστορία που για κάποιο λόγο δεν έχετε καταφέρει να γράψετε ακόμη, αλλά θα θέλατε πολύ μελλοντικά;

Όχι, δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο θέμα με το οποίο θα ήθελα, αλλά δεν έχω ακόμη ασχοληθεί συγγραφικά. Αναρωτιέμαι όμως αν θα μπορούσα ποτέ να εμπνευστώ και  να γράψω κάτι που να εξελίσσεται στο σήμερα.

 

Σας ευχαριστώ κι εγώ πολύ για τον χρόνο και το βήμα που μου δώσατε να μιλήσω για το μυθιστόρημά μου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Share:

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social Media

Most Popular

Categories

On Key

Related Posts

Ρένα Ρώση Ζαΐρη: Τα μυθιστορήματά μου αντικατοπτρίζουν την ίδια τη ζωή, οι ήρωές μου παρόλες τις δυσκολίες, δε λυγίζουν, χαμογελούν, αισιοδοξούν και προχωρούν, παλεύοντας να μεταδώσουν μηνύματα ζωής.

Υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που έχεις “μεγαλώσει” μαζί τους. Σε έχουν πιάσει από το χέρι από την αρχή της αναγνωστικής σου πορείας και δεν σε έχουν

Ελένη Κουτσούδη- Ιόλα: Ο θείος μου, μου μετέδωσε την αξία του να ενθαρρύνεις νέους που έχουν όνειρα. Για μένα η ζωή χωρίς όνειρα και νόημα, είναι ταξίδι χωρίς πυξίδα. 

Υπάρχουν βιογραφίες ανθρώπων που γνωρίζεις αρκετά καλά και που απλά σου προσθέτουν κάποιες λίγες επιπλέον γνώσεις για την ζωή τους ή κάποιες ίσως πικάντικες λεπτομέρειες

Μαρία Τσιρωνά: Μετά από ένα τραγικό γεγονός δεν είμαστε ποτέ ξανά οι ίδιοι. Συνεχίζουμε τη ζωή μας όμως είμαστε πια διαφορετικοί.

Έχοντας διαβάσει ήδη δυο από τις ιστορίες της κυρίας Τσιρωνά, προσπαθούσα να καταλάβω ποιο ήταν εκείνο το στοιχείο που κάνει τις ιστορίες της τόσο ελκυστικές